μεσάγριος
μεσάγριος, half-savage
μεσ-άγριος or μεσάγροικος, ον,
- half-savage, Str. 13.1.25.
μεσ·άγριος, ος, ον, à demi sauvage, Str. 592, vulg. μεσάγροικος.
Étym. μ. ἄ.
μεσάγριος, halbwild, v.l. μεσάγροικος, halb bäuerisch, Halbbauer, Strab. XIII.592.