Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ναυπλίειος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναῦμα
ναυμαχέω
ναυμάχημα
ναυμάχης
ναυμαχησείω
ναυμαχητέον
ναυμαχητέος
ναυμαχία
ναυμαχικός
ναύμαχος
ναυμάχος
ναυμέδων
ναῦον
ναῦος
Ναυπάκτιος
Ναύπακτος
ναυπηγεῖον
ναυπηγέτης
ναυπηγέω
ναυπηγής
ναυπηγησία
ναυπηγήσιμος
ναυπήγησις
ναυπηγία
ναυπηγικόν
ναυπηγικός
ναυπήγιον
ναυπηγός
Ναυπλία
Ναυπλιάδης
Ναυπλίειος
Ναυπλιεύς
ναύπλιος
Ναύπλιος
ναύποδα
ναύποδες
ναύπορος
ναυπόρος
Ναύπορτος
ναύπρηστις
ναυπρύτανις
ναῦρα
ναυρός
ναῦς
ναῦσθλον
ναυσθλόω
ναυσία
ναυσίασις
ναυσιασμός
ναυσιάω
ναυσιβάτης
ναυσίβιος
ναυσίδρομος
Ναυσίθοος
Ναυσικάα
ναυσικλειτός
Ναυσικλῆς
ναυσικλυτός
Ναυσικράτης
Ναυσικύδης
Ναυσιμάχη
…
Ναυπλίειος
Save
Bailly 2024
Ναυπλίειος,
ου
,
adj. m.
de Nauplie,
Eur.
Or.
54
.
Étym.
Ναυπλία
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}