ναυπηγής
ναυπηγής, shipbuilding
ναυπηγ-ής, ές,
- shipbuilding, τέχναι Man. 4.323.
ναυ·πηγής, ής, ές, c. ναυπηγός, Man. 4, 323.
ναυπηγής, ές, = ναυπηγός ; τέχναι Maneth. 4.393.
ναυπηγής, shipbuilding