Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναῦον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυκράτωρ
ναῦλα
ναυλαῖον
ναύλας
ναῦλλον
ναυλοδόκος
ναυλολογέω
ναῦλον
ναῦλος
ναυλοχέω
ναυλοχία
ναυλόχιον
ναύλοχον
ναύλοχος
Ναύλοχος
ναυλόω
ναυλώσιμος
ναυλωτικός
ναῦμα
ναυμαχέω
ναυμάχημα
ναυμάχης
ναυμαχησείω
ναυμαχητέον
ναυμαχητέος
ναυμαχία
ναυμαχικός
ναύμαχος
ναυμάχος
ναυμέδων
ναῦον
ναῦος
Ναυπάκτιος
Ναύπακτος
ναυπηγεῖον
ναυπηγέτης
ναυπηγέω
ναυπηγής
ναυπηγησία
ναυπηγήσιμος
ναυπήγησις
ναυπηγία
ναυπηγικόν
ναυπηγικός
ναυπήγιον
ναυπηγός
Ναυπλία
Ναυπλιάδης
Ναυπλίειος
Ναυπλιεύς
ναύπλιος
Ναύπλιος
ναύποδα
ναύποδες
ναύπορος
ναυπόρος
Ναύπορτος
ναύπρηστις
ναυπρύτανις
ναῦρα
ναυρός
…
ναῦον
Save
LSJ
ναῦον, τό, perh. an Egyptian measure of length,
PCair.Zen.
383 (iii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}