ναυσιβάτης
ναυσι-βάτης [ᾰ], ου, ὁ,
- = ναυβάτης, Lyr.Alex.Adesp. 33.7, Man. 1.323, Hsch. s.v. βαρυδάνιν.
ναυσι·βάτης, ου (ὁ) [ῐᾰ] c. ναυβάτης, Man. 1, 323 ; 4, 397.
ναυσιβάτης, ὁ, p. = ναυβάτης, Sp., wie Maneth. 1.323, 4.397.