About Report a problem

Menu

ναυμαχία

ναυμαχία, ναυμαχία, ἡ, naval battle (noun)

ναυμᾰχ-ία, Ion. -ιη, ἡ,
  • sea-fight, Hdt. 6.14, al., Th. 1.13, etc.; ν. ποιέεσθαι Hdt. 8.49; ναυμαχίῃ κρατήσας, ἑσσωθέντες, Id. 3.39, 6.92; ναυμαχίᾳ νικᾶν X. HG 1.6.2; ναυμαχίας νενικήκατε ib. 1.1.28; ναυμαχίαν ἀπώσασθαί τινα in a sea-fight, Th. 1.32; πολλὰς ν. νεναυμαχηκώς Lys. 7.41; τὴν περὶ Σαλαμῖνα ν. τῶν Ἑλλήνων πρὸς τοὺς βαρβάρους Pl. Lg. 707b.

Saved

Recent