οὔρειος
οὔρειος, for urine
οὔρειος, η, ον,
- Ep. for ὄρειος.
- II (οὖρον A) οὔρειος, α, ον, for urine, βῖκος Antisth. ap. Phot.; οὔριου βῖκον, Hsch.
οὔρειος, ος ou α, ον, poét. c. ὄρειος, Eur. I.T. 1126.
οὔρειος, ion. u. poet. = ὄρειος ; Νύμφη οὐρείη = Ὀρειάς, H.h. Merc. 244 ; Hes. frg. 13 ; τέρας, von der Sphinx, Eur. Phoen. 819 u. öfter bei Eur.; οὐρείη δαίμων, Ap.Rh. 1.1119 ; χελώνη, Nic. Al. 572 u. a. sp.D.