Πεισιάναξ Save Πεισιάναξ, Pisianax Bailly 2024 Πεισι·άναξ, -άνακτος (ὁ) [ᾰν] Peisianax, h. Xén. Hell. 1, 4, 19, etc. Étym. πείθω, ἄναξ.