πειστήριος
πειστήριος, persuasive
πεισ-τήριος, α, ον,
- persuasive, winning, λόγοι E. IT 1053.
πειστήριος, α, ον, c. le suiv. Eur. I.T. 1053.
πειστήριος, zum Ueberreden gehörig, überredend, λόγοι, Eur. I.T. 1053.
πειστήριος, α, ον
= πειστικός
- persuasive, Eur.