πυκινοκίνητος
πυκινοκίνητος, moving frequently
πῠκῐνο-κίνητος [ῑν], ον,
- moving frequently, Hp. Art. 14.
πυκινο·κίνητος, ος, ον [ῠῐῑ] qui s’agite sans cesse, Hpc. Art. 792.
Étym. πυκινός, κινέω.
πυκινοκίνητος, sich häufig bewegend, Hippocr.