πυκινόρριζος
πυκινόρριζος, with matted roots
πῠκῐνό-ρριζος, ον, (ῥίζα) = πυκνόρριζος, Hp. Oss. 16.
πυκινό·ρριζος, ος, ον [ῠκῐ] ion. c. πυκνόρριζος, Hpc. 279, 14.
πυκινόρριζος, = πυκνόρριζος, Hippocr.
πυκινόρριζος, with matted roots