Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱμύλλω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Αἷμος
αἱμοσάτης
αἱμοσταγής
αἱμοσταλαγίς
αἱμόστασις
αἱμοστατικός
αἱμοσταφίς
αἱμοστολίς
Αἱμόστρατος
αἱμοσφαγεῖος
αἱμουρία
αἵμους
αἱμοφανής
αἱμόφθορος
αἱμοφόβος
αἱμοφόρος
αἱμοφόρυκτος
αἱμοφυής
αἱμόφυρτος
αἱμοχαρής
αἱμόχροος
αἱμοχροώδης
αἱμόχρωμος
αἱμοχυής
αἱμοχυσία
αἱμόχυτος
αἱμόω
αἱμυλία
Αἰμυλία
αἱμύλιος
αἱμύλλω
αἱμυλομήτης
αἱμυλοπλόκος
αἱμύλος
αἱμυλόφρων
αἱμύσσω
αἱμωβόλιον
αἱμωδέω
αἱμώδης
αἱμωδία
αἱμωδιασμός
αἱμωδιάω
αἵμων
Αἵμων
αἱμώνια
αἱμώνιος
αἱμωπός
ἄϊν
Αἰνα
Ἄϊνα
αἰνάζω
Αἰναρέτη
αἰναρέτης
αἰνάρετος
Αἰναρία
Αἰνᾶτις
Αἰνέα
Αἰνεάδαιος
Αἰνεάδης
Αἰνέας
Αἰνεάτης
…
αἱμύλλω
Save
Bailly 2024
αἱμύλλω
(
seul.
prés.
) amuser, tromper,
Ar.
Pl. Arg.
Étym.
αἱμύλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}