Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱμόχυτος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αἱμορρώδης
αἱμορυγχία
αἱμορυγχιάω
αἱμός
αἶμος
Αἷμος
αἱμοσάτης
αἱμοσταγής
αἱμοσταλαγίς
αἱμόστασις
αἱμοστατικός
αἱμοσταφίς
αἱμοστολίς
Αἱμόστρατος
αἱμοσφαγεῖος
αἱμουρία
αἵμους
αἱμοφανής
αἱμόφθορος
αἱμοφόβος
αἱμοφόρος
αἱμοφόρυκτος
αἱμοφυής
αἱμόφυρτος
αἱμοχαρής
αἱμόχροος
αἱμοχροώδης
αἱμόχρωμος
αἱμοχυής
αἱμοχυσία
αἱμόχυτος
αἱμόω
αἱμυλία
Αἰμυλία
αἱμύλιος
αἱμύλλω
αἱμυλομήτης
αἱμυλοπλόκος
αἱμύλος
αἱμυλόφρων
αἱμύσσω
αἱμωβόλιον
αἱμωδέω
αἱμώδης
αἱμωδία
αἱμωδιασμός
αἱμωδιάω
αἵμων
Αἵμων
αἱμώνια
αἱμώνιος
αἱμωπός
ἄϊν
Αἰνα
Ἄϊνα
αἰνάζω
Αἰναρέτη
αἰναρέτης
αἰνάρετος
Αἰναρία
Αἰνᾶτις
…
αἱμόχυτος
Save
DGE
αἱμόχυτος
-ον
que padece hemorragia
,
Cyran
.1.1.12.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}