αἱμύλιος
αἱμύλιος, ον,
- = αἱμύλος, Od. 1.56, h.Merc. 317, Hes. Th. 890, Thgn. 704; in good sense, Eranos 13.87.
1 encantador, seductor de las palabras
μαλακοῖσι καὶ αἱμυλίοισι λόγοισι
αἱμυλίοισι λόγοισι
μύθοισι ... αἱμυλίοισι
• subst.
αἱμυλίοισιν
τὸ τε ἐπὶ τῇ γλώσσῃ καὶ τοῖς χείλεσιν αἱ.
2 astuto, hábil, lisonjero
αἱμυλίοισι λόγοισιν
ἐξαπατήσας αἱ. λόγοισιν
ψεύδεά θ' αἱμυλίους τε λόγους
αἱμύλιος, ος, ον [ῠ] c. αἱμύλος, Od. 1, 56 ; Hh. Merc. 317 ; Hés. Th. 889.
αἱμύλιος, ον, = αἱμύλος, λόγοι Od. 1.56 (ἅπαξ εἰρημ.); Hes. Th. 890, O. 789.
αἱμύλιος
Wheedling: λόγοισιν Od. 1.56.
αἱμύλιος : wheedling, winning, Od. 1.56†.