αὐηλός Save Bailly 2024 Pape αὐηλός, ά, όν, c. αὐαλέος, Anth. 12, 121. Étym. mss. αὐηρός. αὐηλός, = αὐαλέος, zw., Rhian. 5, v.l. αὐηρός.