αὐθαδιασμός Save DGE Bailly 2024 αὐθαδιασμός -οῦ, ὁ arrogancia κόμπος ... καὶ αὐ. οὗτος τῆς διδασκαλίας ὁ τρόπος Chrys.M.57.328, cf. 245. αὐθαδιασμός, οῦ (ὁ) [ᾱδ] présomption, arrogance, Chrys. 2, 110. Étym. αὐθαδιάζομαι.