αὐθαδίζομαι
αὐθαδίζομαι, to be self-willed
αὐθαδ-ίζομαι, aor. -ισάμενος Them. Or. 34 P.467 D.:—
- to be self-willed, οὐκ αὐθαδιζόμενος Pl. Ap. 34d; to be puffed up, arrogant, Them. Or. 29.346b.
1 abs. ser arrogante
οὐκ αὐθαδιζόμενος
sin arrogancia por mi parteαὐθαδίζεσθαι λέγε, μὴ ἀναιδεύεσθαι
2 osar, atreverse a c. ac. int.
νεώτερος ὢν ταῦτα ηὐθαδιάσατο
πότερον καταληπτά ἐστιν ἢ ἀκατάληπτα λέγειν αὐθαδειαζομένη (ἡ μέθοδος)
(el método) que se atreve a afirmar si son causas aprehensibles o no aprehensiblesαὐθαδιζόμενος ... κρίσεις τὰς ἐσομένας ἐρρύθμιζεν
• c. πρός y ac.
φιλεῖ ... τὰ γενναῖα φρονήματα πρὸς τὸ βίᾳ κρατοῦν αὐθαδιάζεσθαι
αὐθαδίζομαι, [θᾱ], sich anmaßend, hartnäckig, stolzbetragen, Plat. Apol. 34b. v.l. αὐθαδιάζομαι.
αὐθαδίζομαι
From αὐθάδης
- Dep. to be self-willed, Plat.