αὐθαδικός
αὐθαδικός, like an αὐθάδης, self-willed
αὐθαδ-ικός, ή, όν,
- like an αὐθάδης, self-willed, Ar. Lys. 1116.
arrogante
χείρ
αὐθαδικός, ή, όν [ᾱ] présomptueux, arrogant, Ar. Lys. 1116.
Étym. αὐθάδης.
αὐθαδικός, [θᾱ], übermütig, stolz, Ar. Lys. 1116.