αὐτοφρόνησις
αὐτοφρόνησις, absolute prudence
αὐτο-φρόνησις, εως, ἡ,
- absolute prudence, Him. Ecl. 32.12.
la prudencia misma
αὐτοφρόνησις καθαρῶς ἡ τοιαύτη ψυχή
αὐτο·φρόνησις, εως (ἡ) la prudence même, Him. Ecl. 32.
αὐτοφρόνησις, ἡ, die Klugheit selbst, Himer.