Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτόφλεψ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοΰπαρκτος
αὐτοϋπεραγαθότης
αὐτοϋπερούσιος
αὐτοϋπομονή
αὐτουργέω
αὐτούργημα
αὐτούργητος
αὐτουργία
αὐτουργικός
αὐτουργικῶς
αὐτουργός
αὐτουργότευκτος
αὐτουσία
αὐτοῦτα
Αὐτοῦχος
αὐτοφάγος
αὐτοφαείνομαι
αὐτοφαής
αὐτοφάνεια
αὐτοφανής
αὐτοφαρίζω
αὐτοφερώνυμος
αὐτόφθονος
αὐτοφθορά
αὐτοφθόρος
αὐτόφι
αὐτοφιλανθρωπία
αὐτοφίλαυτος
αὐτοφιλοτίμημα
αὐτόφιν
αὐτόφλεψ
αὐτόφλοιος
αὐτοφονεύς
αὐτοφονευτής
αὐτοφόνευτος
αὐτοφονία
αὐτοφόνος
Αὐτοφόνος
Αὐτόφονος
αὐτοφόντης
αὐτοφόνως
αὐτόφορβος
αὐτοφόρητος
αὐτόφορτος
Αὐτοφραδάτης
αὐτοφρόνησις
αὐτοφρούρητος
αὐτόφρων
αὐτοφυγάς
αὐτοφυής
αὐτοφυΐα
αὐτόφυσις
αὐτόφυτα
αὐτόφυτος
αὐτοφυῶς
αὐτοφωνία
αὐτόφωνος
αὐτοφώνως
αὐτοφώρατος
αὐτοφωρίᾳ
αὐτοφωρία
…
αὐτόφλεψ
Save
DGE
αὐτόφλεψ
-φλεβος, ὁ
una verdadera vena
op.
ἐοικός τε φλεβί
Ruf.
Onom
.206.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}