αὔλημα
αὔλημα, a piece of music for the aulos
αὔλημα, ατος, τό,
- piece of music for the flute, Ar. Ra. 1302, Pl. Smp. 216c, al.
música compuesta para flauta o tocada por una flauta
οὐτος δ' ἀπὸ πάντων μὲν φέρει, ... Καρινῶν αὐλημάτων
ὑπό ... τῶν αὐλημάτων ... τοιαῦτα πεπόνθασιν
ὠρχοῦντο ... τὰ αὐλήματα
«κρούματα» <τὰ> αὐλήματα καλοῦσιν
αὐλῆσαι ... οὐ μαλακὸν αὔλημα
ἐὰν δὲ ἐπανατείνῃ τὸ αὔλημα, λείβεται δάκρυα ὑφ' ἡδονῆς αὐταῖς
αὐ. γαμήλιον
οἱ δάκτυλοι κυβερνῶσι τὰ αὐλήματα
los dedos gobiernan las melodías de la flauta
• fig.
ᾄδειν δοκεῖ τὰ τῶν ἀνέμων αὐλήματα
αὔλημα, ατος (τὸ) air de flûte, Ar. Ran. 1302 ; Plat. Conv. 216c, etc.
Étym. αὐλέω.
αὔλημα, τό, das auf der Flöte Geblasene, Plat. Symp. 216c u. Folgde.
αὔλημα
αὐλέω
- a piece of music for the flute, Ar., Plat.