αὐλακισμός
αὐλακισμός, ploughing
αὐλᾰκ-ισμός, ὁ,
- ploughing, PFlor. 354.3 (ii A. D.).
1 acción de arar, labranza, PFlor.354.3 (II d.C.).
2 estela de una estrella fugaz
ἡμῖν ἐστὶν εἰπεῖν περὶ ... κομητῶν τε καὶ τῆς κατ' αὐτοὺς διαφοράς, αὐλακισμῶν τε καὶ διαττόντων
αὐλακισμός, ὁ, das Furchenziehen, Sp.