αὐλητήριον
αὐλ-ητήριον, τό, a place at Tarentum, Hsch.
1 sent. dud., quizá sonido como el de una flauta
σύμμικτον ὥστε γλεῦκος αὐλητήριον
2
τόπος παρὰ Ταραντίνοις
αὐλητήριον, γλεῦκος, wahrscheinlich f.l. , von ungewisser Bdtg, Plut. adv. Col. 6.