αὐλητρίδιον
αὐλητρίδιον, flute girl (dim.)
αὐλ-ητρίδιον, τό, Dim. of sq., Theopomp.Hist. 205, Com.Adesp. 25.34D., D.L. 7.13.
dim. o despect. de αὐλητρίς flautistilla
τοὺς νέους ἐν τοῖς αὐλητριδίοις [καὶ] παρὰ ταῖς ἑταίραις διατρίβειν
αὐλητρίδιον, ου (τὸ) dim. du préc. Thpp. (Ath. 532d) ; DL. 7, 13.
αὐλητρίδιον, dim. zu αὐλητρίς, Theopomp. bei Ath. XII.532d ; DL. 7.13.