αὐλητήρ
αὐλ-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- = αὐλητής, Hes. Sc. 283, 298, Archil. 123, Thgn. 825, Ar. Fr. 566.
flautista
γελόωντες ὑπ' αὐλητῆρι ἕκαστος
riéndose cada grupo al son de su flautistaὑπ' αὐλητῆρος ἀείδειν
τὸν Φρύγα, τὸν αὐλητῆρα, τὸν Σαβάζιον
ἀνδρὶ μὲν αὐλητῆρι θεοὶ νόον οὐκ ἐνέφυσαν
αὐλητήρ, ῆρος (ὁ) joueur de flûte, Hés. Sc. 283, 299 ; Thgn. 825 ; Ar. fr. 478.
Étym. αὐλέω.
αὐλητήρ, ῆρος, ὁ, der Flötenbläser, Hes. Sc. 283 ; Theogn. 545 ; Ar. fr. Schol. Av. 874 ; Lycophr. 234.