βαλανείτης
βαλανείτης, bathman
βᾰλᾰν-είτης, ου, ὁ, = sq., Plb. 30.29.4.
bañero
πρὶν ἢ τὸν βαλανείτην τὸ μὲν ὕπαρχον ὕδωρ ἀφεῖναι πᾶν, ἕτερον δὲ καθαρὸν ἐγχέαι
βαλανείτης, ου (ὁ) [ᾰᾰ] c. le suiv. Pol. 30, 20, 4 (corr. p. βαλανίτης).
Étym. βαλανεῖον.
βαλανείτης, ὁ, = βαλανεύς, VLL ; EM. für βαλανίτης Pol. 30.20.