βαλανευτής
βᾰλᾰν-ευτής, οῦ, ὁ,
- = βαλανεύς, PSI 5.584 (iii B. C.), PTeb. 401.24 (i A. D.), etc.: —fem. βᾰλᾰν-εύτρια, Poll. 7.166, Lib. Decl. 26.19.
bañero, PTeb.798.20 (II a.C.), PRyl.206a.4 (III d.C.).
βαλανευτής, οῦ (ὁ) [ᾰᾰ] c. le préc. Chrys. 3, 816.
Étym. βαλανεύω.
βαλανευτής, ὁ, = βαλανεύς, Chrysost.