Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βιοσπόρος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
βιοθανής
βιοθρέμμων
βιοθρέπτειρα
βιοκλώστειρα
βιόκουρος
βιοκωλυσία
βιοκωλύτης
βιολογέομαι
βιολογέω
βιολογικαὶ
βιολογικός
βιολόγος
βίομαι
βιομηχανία
βιομήχανος
βιόμορος
Βίονον
βιόπλαγκτος
βιοπλανής
βιοπονητικός
βιοπόνος
βιοποριστέω
βιοποριστικός
βιόπραγος
βιοπράτης
βιόπρατος
βιοπράτωρ
βιορρός
βίος
βιός
βιοσπόρος
βιόσσαο
βιοσσόος
βιοστερέτις
βιοστερής
βιοσφαγῶς
βιοτά
βιοτεία
βιοτελής
βιοτέρμων
βιοτερπής
βιότευμα
βιότευσις
βιοτεύω
βιοτή
βιότης
βιοτήσιος
βιοτικός
βιότιον
βίοτος
βιοτοσκόπος
βιοτρόφος
Βίοττος
βιοφάγος
βιοφειδής
βιοφθορία
βιοφθορίη
βιοφθόρος
Βιόφις
Βίοφις
βιοφορέομαι
…
βιοσπόρος
Save
DGE
βιοσπόρος
-ον
prob.
que proporciona el sustento
θεοῦ δῶρον
Bioscorus 10B.9.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}