βίος
βίος, βίος, βίου, ὁ, life, means of living
- life, i. e. not animal life (ζωή), but mode of life (cf. εἰ χρόνον τις λέγοι ψυχῆς ἐν κινήσει μεταβατικῇ ἐξ ἄλλου εἰς ἄλλον βίον ζωὴν εἶναι Plot. 3.7.11), manner of living (mostly therefore of men, v. Ammon. p.32 V.; but also of animals, διεχώριζον ζῴων τε βίον δένδρων τε φύσιν Epicr. 11.14, cf. X. Mem. 3.11.6, etc.; also ζῆν φυτοῦ βίον Arist. GA 736b13); ζώεις δʼ ἀγαθὸν βίον Od. 15.491; ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύειν 18.254; αἰῶνα βίοιο Hes. Fr. 161; τὸν μακρὸν τείνειν βίον A. Pr. 537 (lyr.); ὁ καθʼ ἡμέραν β. S. OC 1364; βίον διαγαγεῖν Ar. Pax 439; τελεῖν S. Ant. 1114; διατελεῖν Isoc. 6.45; διέρχεσθαι βίου τέλος dub. in Pi. I. 4(3).5; τελευτᾶν Isoc. 4.84; ὑπʼ ἄλλου τελευτῆσαι β. Pl. Lg. 870e; ἐπειδὰν τοῦ ἀνθρωπίνου βίου τελευτήσω X. Cyr. 8.7.17; τέρμα βίου περᾶν S. OT 1530; ὁδὸς βίου Isoc. 1.5, cf. X. Mem. 2.1.21; διὰ βίου Arist. Pol. 1272a37; prov., ὁ ἐπὶ Κρόνου βίος ‘the Golden Age’, Id. Ath. 16.7; so Ταρτησσοῦ β. Him. Ecl. 10.11; β. ζωῆς Pl. Epin. 982a (cf. βιοτή) ; ζῆν θαλάττιον β. Antiph. 100; ἀμέριμνον ζῆν β. Philem. 92.8; λαγὼ β. ζῆν δεδιὼς καὶ τρέμων D. 18.263; σκληρὸς τῷ β. Men. Georg. 66: rarely in pl., Alex. 116.6 and 11, Men. 855; τίνες καὶ πόσοι εἰσὶ β.; Pl. Lg. 733d, cf. Arist. EN 1095b15, Pol. 1256a20.
- 2 in Poets sts. = ζωή, βίον ἐκπνέων A. Ag. 1517 (lyr.); ἀποψύχειν S. Aj. 1031; φείδεσθαι βίου Id. Ph. 749; νοσφίζειν τινὰ βίου ib. 1427, etc.
- 3 lifetime, ἐς τὸν ἅπαντα ἀνθρώπων β. Hdt. 6.109; τῶν ἐπὶ τοῦ σοῦ β. γεγονότων λόγων Pl. Phdr. 242a, cf. PMagd. 18.7 (iii B. C.), etc.
- II livelihood, means of living (in Hom. βίοτος), βίος ἐπηετανός Hes. Op. 31, Pi. N. 6.10; τὸν βίον κτᾶσθαι, ποιεῖσθαι, ἔχειν ἀπό τινος, to make oneʼs living off, to live by a thing, Hdt. 8.106, Th. 1.5, X. Oec. 6.11; ἀπεστέρηκας τὸν βίον τὰ τόξʼ ἑλών S. Ph. 931, cf. 933, 1282; κτᾶσθαι πλοῦτον καὶ βίον τέκνοις E. Supp. 450; πλείονʼ ἐκμοχθεῖν β. ib. 451; β. πολύς ib. 861; ὀλίγος Ar. Pl. 751; βίον κεκτημένος Philem. 99.4; ὁ ἴδιος β. private property, AJA 17.29 (i B. C.), cf. SIG 762.40, Iamb. VP 30.170; β. Δημήτριος, = corn, A. Fr. 44.
- III the world we live in, ‘the world’, οἱ ἀπὸ τοῦ β., opp. the philosophers, S.E. M. 11.49; simply ὁ βίος Id. P. 1.211; ὁ β. ὁ κοινός ib. 237; μυθικὰς ὑποθέσεις ὧν μεστὸς ὁ β. ἐστί Ph. 1.226; ἐκκαθαίρειν τὸν β., of Hercules, Luc. DDeor. 15[13].1; τὸν βίον μιμούμενοι, of comic poets, Sch. Heph. p.115C.; also, ‘the public’, ἵνα ὁ β. εἰδῇ τίνα δεῖ μετακαλεῖσθαι Sor. 1.4.
- IV settled life, almost, = abode, ἐν τῇ Θρᾳκίᾳ νήσῳ βίους ἱδρύσαντο D.H. 1.68, cf. 72.
- V a life, biography, as those of Plu., Thes. 1, cf. Ph. 2.180.
- VI caste, διεῖλε τὸ πλῆθος εἰς τέτταρας β. Str. 8.7.1.
- VII wine made from partly dried unripe grapes, Plin. HN 14.77.
- VIII Astrol., the second region, Paul.Al. L. 2. (Cf. Skt. jīvás ‘alive’, jí̄vati ‘live’, Lat. vīvus, etc.)
A concr.
I en rel. c. los medios econ.
1 mantenimiento, mantenencia, sustento esp. en rel. c. reservas agrícolas
ᾧτινι μὴ β. ... κατάκειται ..., τὸν γαῖα φέρει, Δημήτερος ἀκτήν
τοῖσι φέρει μὲν γαῖα πολὺν βίον
βίον ἀνδράσιν ... ἐκ πεδίων ἔδοσαν
τὰ τέκνα βίου δεόμενα
• considerado producto de exportación
μηδ' ἐν νηυσὶν ἅπαντα βίον ... τίθεσθαι
• medios de vida gener.
πλωίζεσκ' ἐν νηυσί, βίου κεχρημένος ἐσθλοῦ
βίου χρήμῃ πλανᾶται
ἀσθενείη βίου
εὐχαῖς βίον ... συλλεγόμενος
de un mendigo
• esp. hacienda, peculio, fortuna
οἱ ... ἡμέων πλεῖστον ἔχουσι βίον
πολύς β.
ὀλίγος
γένος ... β. τε
μετάδοσιν ἐποιήσατο τῆς ἀπὸ τοῦ βίου χορηγίας
γυμνασιαρχήσαντα ἐκ τοῦ ἰδίου βίου
οἱ ἴδιοι βίοι
2 avituallamiento, abastecimiento de colectivos, ciudades y estados, Pl.Lg.842c,
αἱ τοῦ βίου κατασκευαί
en la Atlántida, consistente en minería y productos espontáneos del campo
• fig.
β. τοῦ κόσμου
los bienes terrenales
3 tesoro, fortuna hallado bajo tierra, Philostr.VA 2.39.
II identificado c. el suj. de la vida
1 la humanidad
συνεπιμαρτυρεῖ ... ὁ β. ἅπας
toda la humanidad es testigo
2 el pueblo, la gente
σκληρὸς ὁ γέρων τῷ βίῳ
ὁ β. ὁ κοινός
• op. ‘los filósofos’
οἱ ἀπὸ τοῦ βίου
κατὰ τὸν βίον λέγεται παροιμία
según un proverbio popularὁ τοιοῦτος β.
III local el mundo
ἐκκαθαίρειν τὸν βίον
de Heraclesχάρ[ιν τ]ούτου ἐκαλούμην μέγας ἐν τῷ βίῳ
B abstr.
I gener.
1 género o modo de vida dep. del sustento y la situación econ., esp. c. determ. cualit.
ζώεις δ' ἀγαθὸν βίον (consistente en βρῶσίν τε πόσιν τε)
ἀργυροστερής
ἔργον μεριμνῶν ποῖον ἢ βίον τίνα;
ἐποίησε τὸν ἀνθρώπειον βίον πόριμον ἐξ ἀπόρου
ἀμέριμνος
Ταρτησσοῦ β.
vida de Tarteso e.d. ‘vida de Jauja’
• determinado por el cont. amplio
εἰ κεῖνός γ' ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι (habla Penélope)
(ἐν Αἰγύπτῳ) βίου τροφάς
2 casta o clase según situación econ. o profesional
διεῖλε τὸ πλῆθος ... εἰς τέτταρας βίους, τοὺς δὲ δημιουργούς
3 género de vida gener., c. calificaciones diversas:
a)
ἀπράγμων
κίβδηλος
ἀπάλαμος
θαλάσσιος β.
ὑπαίθριος γὰρ ὁ β. ... ἔστ' ἐν ὅπλοις
ἐπίγειος
ref. anim.Περὶ βίων
Sobre los géneros de vida tít. de una obra de Epicuro
b) calificada como placentera o desgraciada
τίς δὲ β., τί δὲ τερπνὸν ἄτερ χρυσῆς Ἀφροδίτης
τέρψις ἀνθρώπων βίῳ
δύσφορος
β. ἀνεόρταστος μακρὴ ὁδὸς ἀπανδόκευτος
εὐδαίμων
σεμνόν τε καὶ ἡσύχιον βίον
c) en rel. c. el saber y la ciencia
ὁ δὲ ἀνεξέταστος β. οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ
una vida no sometida a examen no merece ser vivida por el hombreἂν ὁ β. διοικοῖτο κατὰ ἐπιστήμην
d) identificada c. naciones o grupos
Ἑλλάδος καὶ ξυμμάχων βίον ... πεφυρμένον θηρσίν θ' ὅμοιον
Ἰωνικός
Ἑλληνικός
Ὀρφικοὶ βίοι
ἱερός
de los eleosβ. δούλης
πονητικὸς ὁ τῶν γυναικῶν β.
οὗτος μὲν θεῶν β.
οὐκ ἀνθρώπων βίον, ἀλλά τινος πλεύμονος
δοκίμων ἀνδρῶν βίοι
de las vidas a elegir en futuras generacionesἥρωος β.
ὁ ἐν Μούσαις β.
e) c. connotaciones morales vida incluso conducta
βίον κορυσσέμεν ὀρθοβούλοισι μαχαναῖς
βίον καὶ χρηστὸν καὶ πονηρὸν διαγιγνώσκοντα
ἄδικος β.
πονηρ[ὸν κ]α[ὶ] λῃστρικὸν β[ίον
τοῦ βίου τῶν περὶ τὸν Ἐπίκουρον
f)
ψυχή
en la ‘otra vida’ὁ β. Χριστιανῶν
4 vida cotidiana
παλιντυχεῖ τριβᾷ βίου
βίου μεταστάσεις
ἐν τοῖς ... τοῦ βίου παραλόγοις
•
ζωή
la ‘existencia en general’ὡς ὡραΐζεθ' ἡ Τύχη πρὸς τοὺς βίους
• vida real op. la fingida, Hp.Vict.1.12,
ὁ β. πρᾶξις ἐστ' οὐ ποίησις
ὑποκρινόμενον εὖ τοῖς βίοις
haciendo en la vida real un buen papelτὸν ... βίον ... μιμούμενοι
dicho de los poetas cómicosὦ Μένανδρε καὶ βίε, πότερος ἄρ' ὑμῶν πότερον ἀπεμιμήσατο;
5 vida, biografía por identificación c. el hombre individual, como género literario, Plu.Thes.1, Ph.2.80, Philostr.VS tít.,
οἱ τοὺς βίους τῶν ἀνδρῶν συνταξάμενοι
II como algo que se realiza en el tiempo
1 vida, tiempo de la vida
αἰῶνα βίοιο
ὁ χρόνος τοῦ βίου μου
διατελεῖν βίον
βίου δύντος αὐγαῖς
τὸν μακρὸν τείνειν βίον
μακραίωνος ... βίοιο
de ciertos démonesβίον διαγαγεῖν
τέρμα τοῦ βίου περάσαι
ἐν δυσμαῖς τοῦ βίου
τελευτῆσαι ... βίον
ἐν βίῳ
διὰ βίου
ὁ λοιπὸς β.
εἰς τὸ [λοι]πὸν τοῦ βίου
para el resto de mis díasἐς τὸν ἅπαντα ἀνθρώπων βίον
μακάριος β.
la vida eterna
• como segmento de tiempo humano op. otro superior: op.
αἰών
‘tiempo inmortal’ de los diosesδόλιος γὰρ αἰὼν ... ἑλίσσων βίου πόρον
ὁ β. βραχύς, ἡ δὲ τέχνη μακρή
la vida es breve, el arte largoβ. καὶ χρόνος μετρεῖται περιόδῳ
ὅσας ἂν σεαυτὸν εὐφράνῃς ἡμέρας, ταύτας βίον νόμιζε, τὰς δ' ἄλλας χρόνον
• op. al ‘más allá’ Pi.Fr.137.2, Antipho Soph.B 53a,
ὁ νῦν β.
2 edad, era
ὁ ἐπὶ Κρόνου β.
la edad de Crono
III op. al ‘morir’
1 vida, existencia
τὸν δὲ ἐκείνων βίον τεθνεῶτες
μὴ φείσῃ βίου
Πάριν ... νοσφιεῖς βίου
σῴζεσθαι
• c. ἄφθιτος, ἀθάνατος y op. θάνατος:
οὐδ' ἄφθιτον ... βίον ... ἐξίκοντο τελέσαντες
Κύπρις ... ἔστι δ' ἄφθιτος β.
μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε
θάνατος ἢ β.
• en juego de palabras con βιός ‘arco’ (productor de ‘muerte’)
τῷ οὖν τόξῳ ὄνομα β., ἔργον δὲ θάνατος
• como principio vital cuya pérdida trae la muerte
βίον ἐκπνέων
ἀπέψυξεν βίον
κατ]άλυσιν τοῦ βίου
ὁ β. ταῦτα
así es la vida fórmula en inscr. funerarias
2 vida orgánica
ἐν φύλλοισι θαλλούσης β. ... ἐλαίας
• basado en la existencia de
ψυχή
β. τις καὶ πνεύματός ἐστι καὶ γένεσις καὶ φθῖσις
• tb. de seres para nosotros inanimados
ἡλίου
• como objeto de la ciencia
διεχώριζον ζῴων τε βίον δένδρων τε φύσιν
•N. rad. tem. en grado ø de la r. *gu̯eiHu̯3- ‘vivir’, cf.
1. leven, bestaan (meestal van een mens):
2. levensmiddelen, middelen van bestaan, voorraad:
3. post-klass. wereld, mensheid:
Bei den Folgenden:
1) das Leben, von Pind. an, bei Tragg., u. in Prosa überall. Nach den Gramm. von ζωή, dem bloßen Existieren eines Geschöpfes, so unterschieden, daß es nur das Leben vernünftiger Wesen bezeichnet ; doch sagt Xen. Mem. 3.11.6 βίος φαλάγγων ; Nicarch. 17 (XI.397) ἡμιόνων ; – Lebenszeit, Lebensdauer, im Ggstz von θάνατος ; sehr gew. βίον ζῆν, διάγειν, διατελεῖν, διατρίβειν, διεξάγειν, διέρχεσθαι ; Ggstz τελευτᾶν ; s. auch ἀπορρηγνύναι, ἀποψύχειν, ἐκλείπειν, ἐκπλῆσαι, καταστρέφειν, μεταλλάττειν ; – ἐπὶ τοῦ σοῦ βίου, bei deinen Lebzeiten, Plat. Phaedr. 242a ; pleon. ζωῆς βίος Epinom. 982a ; Plut. Consol. Apoll. p. 350.
2) das Leben u. Wirken, Lebensart, Lebenswandel, VLL ἐπιτήδευμα ; vgl. B.A. 30, der β. θαλάττιος, ῥητορικός aufführt ; Arist. Eth. Nic. 1.5 βίος ἀπολαυστικός, πολιτικός, θεωρητικός ; vgl. Plat. Legg. V.733d u. sonst ; Gewerbe, Dion.Hal. 2.28.
3) Lebensunterhalt, ἐπηετανός Hes. O. 31 ; βίον ἔχειν 42 ; βίον καὶ πλοῦτον κτᾶσθαι Eur. Suppl. 450 ; ἀπʼ ἔργων ἀνοσίων Her. 8.106 ; ἑτέρωθεν Aeschin. 1.195 ; βίον πορίζειν τινί Ar. Vesp. 706 ; ὁπόθεν βίον ἕξει Plut. 534 ; βίον ποιεῖσθαι ἐντεῦθεν Thuc. 1.5, davon leben ; ἀπὸ γεωργίας Xen. Oec. 6.11 ; ἀπὸ θαλάσσης ἔχειν Plut. Symp. 8.8.2 ; βίον συλλέγεσθαι ἀπό τινος Plat. Legg. XI.936b ; ἀγείρειν Theocr. 14.40 ; ὁ βίος αὐτοῖς ἀπὸ τῆς θαλάττης Xen. Hell. 7.1.2 ; von Tieren, Mem. 3.11.6.
4) bei Arist. u. bes. Sp., wie Luc. Tim. 4.25 Hel. 1.6, die Lebenden, die Welt ; Gramm. ἐν u. παρὰ τῷ βίῳ, im gewöhnlichen Leben, vgl. B.A. 113.25 καθʼ οὗ ὁ βίος τάσσει, der gew. Sprachgebrauch.
5) Wohnort, βίους ἱδρύσαντο Dion.Hal. 1.68.
6) Lebensbeschreibung, Plut.
-ου, ὁ
[βιϝ-.]
One’s life, course of life, manner of living: ζώεις ἀγαθὸν βίον Od. 15.491. Cf. Od. 18.254 = Od. 19.127.
- 1life
- a span, length of life. μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε P. 3.61 ταύτας δὲ μήποτε τιμᾶς ἀμείρειν γονέων βίον πεπρωμένον (i. e. = γονέας πεπρωμένον βίον διάγοντας) P. 6.27 δόλιος γὰρ αἰὼν ἐπʼ ἀνδράσι κρέμαται, ἑλίσσων βίου πόρον (Tricl: βιότου codd.) I. 8.15 ἐπὶ γῆρας ἱξέμεν βίου Pae. 6.117 μηδʼ ἀμαύρου τέρψιν ἐν βίῳ fr. 126. οἶδε μὲν βίου τελευτάν, οἶδεν δὲ διόσδοτον ἀρχάν sc. the initiate in the Eleusinian mysteries fr. 137. [βίου (codd.: βιότου Donaldson) I. 4.5].
- b way of life. ἔχει δʼ ἀπάλαμον βίον τοῦτον ἐμπεδόμοχθον sc. Tantalos O. 1.59 βίον κορυσσέμεν ὀρθοβούλοισι μαχαναῖς P. 8.75
- c livelihood. ἀρούραισιν, αἵτʼ ἀμειβόμεναι τόκα μὲν ὦν βίον ἀνδράσιν ἐπηετανὸν ἐκ πεδίων ἔδοσαν N. 6.10
Strong 979
1. period or course of life, life: Lk 8:14, I Ti 2:2, II Ti 2:4, I Jo 2:16.
2. living, livelihood, means (in Pr 31:14 for
a): Mk 12:44, Lk 8:43 15:12, 30 21:4, I Jo 3:17.†
- Ilife, i. e. not animal life (ζωή), but a course of life, manner of living, Lat. vita, Od., etc.; in pl., τίνες καὶ πόσοι εἰσὶ βίοι; Plat.
- 2in Poets = ζωή, βίον ἐκπνεῖν Aesch.; ἀποψύχειν Soph.
- 3life-time, Hdt., Plat.
- IIa living, livelihood, means of living, substance, Lat. victus, Hes., Soph., etc.; τὸν βίον ποιεῖσθαι ἀπό τινος to make oneʼs living of a thing, Thuc., etc.
- IIIa life, biography, as those of Plut.
-
…ὁ μὲν γάρ, καίπερ ὢν ἀγαθῶν πολλῶν αἴτιος ἅπασιν ἀνθρώποις, ἐπίπονον καὶ φιλόνικον καὶ φιλότιμον αὑτῷ καταστήσας τὸν βίον τοὺς μὲν ἄλλους ἀδικοῦντας ἐκόλασεν, Εὐρυσθέα δὲ καὶ ἐχθρὸν ὄντα καὶ εἰς αὐτὸν ἐξαμαρτάνοντα οὐχ οἷός τε ἦν τιμωρήσασθαι…
Lysias, Speeches
-
…, ἐπηνώρθωσαν δὲ τὰ ὑφʼ ἑτέρων δυστυχηθέντα, πόρρω δʼ ἀπὸ τῆς αὑτῶν τὸν πόλεμον κατέστησαν. ἐτελεύτησαν δὲ τὸν βίον, ὥσπερ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν πατρίδι τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόντες .…
Lysias, Speeches
-
…καίτοι οὗτοι μὲν σωθέντες πάλιν ἂν δύναιντο τὴν πόλιν ἀπολέσαι · ἐκεῖνοι δέ, οὓς οὗτοι ἀπώλεσαν, τελευτήσαντες τὸν βίον πέρας ἔχουσι τῆς παρὰ τῶν ἐχθρῶν τιμωρίας. οὐκ οὖν δεινὸν εἰ τῶν μὲν ἀδίκως τεθνεώτων οἱ φίλοι συναπώλλυντο ,…
Lysias, Speeches
-
…πολὺ χαλεπωτέραν νὴ Δία ἢ οἵαν ἐμὲ ἀπεκτόνατε · νῦν γὰρ τοῦτο εἴργασθε οἰόμενοι μὲν ἀπαλλάξεσθαι τοῦ διδόναι ἔλεγχον τοῦ βίου, τὸ δὲ ὑμῖν πολὺ ἐναντίον ἀποβήσεται, ὡς ἐγώ φημι. πλείους ἔσονται ὑμᾶς οἱ ἐλέγχοντες, οὓς νῦν…
Plato, Apology
-
…χρόνον, ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου ἂν ὑμῖν τοῦτο ἐγένετο · ὁρᾶτε γὰρ δὴ τὴν ἡλικίαν ὅτι πόρρω ἤδη ἐστὶ τοῦ βίου θανάτου δὲ ἐγγύς. λέγω δὲ τοῦτο οὐ πρὸς πάντας ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ἐμοῦ καταψηφισαμένους θάνατον. λέγω…
Plato, Apology
-
…δείματος μεστὸς γίγνεται καὶ ἀναλογίζεται ἤδη καὶ σκοπεῖ εἴ τινά τι ἠδίκησεν. ὁ μὲν οὖν εὑρίσκων ἑαυτοῦ ἐν τῷ βίῳ πολλὰ ἀδικήματα καὶ ἐκ τῶν ὕπνων, ὥσπερ οἱ παῖδες, θαμὰ ἐγειρόμενος δειμαίνει καὶ ζῇ μετὰ κακῆς ἐλπίδος ·…
Plato, Republic
-
…μουσικήν μοι ἐπιτάττοι ποιεῖν. ἦν γὰρ δὴ ἄττα τοιάδε · πολλάκις μοι φοιτῶν τὸ αὐτὸ ἐνύπνιον ἐν τῷ παρελθόντι βίῳ, ἄλλοτʼ ἐν ἄλλῃ ὄψει φαινόμενον, τὰ αὐτὰ δὲ λέγον, ὦ Σώκρατες, ἔφη, μουσικὴν ποίει καὶ…
Plato, Phaedo
-
…εἰώθασιν ἐνσκευάζεσθαι οἱ ἀποδιδράσκοντες, καὶ τὸ σχῆμα τὸ σαυτοῦ μεταλλάξας · ὅτι δὲ γέρων ἀνήρ, σμικροῦ χρόνου τῷ βίῳ λοιποῦ ὄντος ὡς τὸ εἰκός, ἐτόλμησας οὕτω γλίσχρως ἐπιθυμεῖν ζῆν, νόμους τοὺς μεγίστους παραβάς, οὐδεὶς ὃς ἐρεῖ…
Plato, Crito
-
…πολλοῦ γε δεῖ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι · οὐδὲ γὰρ ἂν ἄλλος ἀνθρώπων οὐδείς. ἀλλʼ ἐγὼ διὰ παντὸς τοῦ βίου δημοσίᾳ τε εἴ πού τι ἔπραξα τοιοῦτος φανοῦμαι, καὶ ἰδίᾳ ὁ αὐτὸς οὗτος, οὐδενὶ πώποτε συγχωρήσας οὐδὲν παρὰ…
Plato, Apology
-
…δὲ δεῦρο τἀναντία τοῖς βουλομένοις δημοκρατίαν εἶναι ἔπραττε. καὶ τούτων μάρτυρας ὑμῖν παρέξομαι. Μάρτυρες τὸν μὲν τοίνυν μεταξὺ βίον αὐτοῦ παρήσω · ἐπειδὴ δὲ ἡ ναυμαχία καὶ ἡ συμφορὰ τῇ πόλει ἐγένετο, δημοκρατίας ἔτι οὔσης, ὅθεν τῆς…
Lysias, Speeches