βλάβος
βλάβος, harm, damage
- = βλάβη, Hdt. 1.9, E. Heracl. 255, Ion 998, Ar. Ra. 1151, Antipho 5.91, Pl. Lg. 843c, Foed.Delph.Pell. 2 A 12, Arist. Pol. 1328a14, PRyl. 126.19 (i A. D.); distd. from βλάβη, D. 21.43 (v. βλάβη 2). (More Attic than βλάβη acc. to Moer. 103.)
1 abstr. daño, perjuicio
πλέον β. τὸ μετανοεῖν καὶ γνῶναι ἐξημαρτηκότας
πρὸς τῷ βλάβει
πωλεῖν τι β. ἔσται
op. ὠφέλεια
• c. dat.
μή τί τοι ἐξ αὐτῆς γένηται β.
τί ... σοῖς ἐχθροῖς β.;
τοὺς λόγους αὐτοὺς β. ἡγοῦμαι τοῖς πράγμασιν
2 concr. daño, defecto
σὺ δ' ἐπιτήρει τὸ β.
• daño físico ref. a la salud corporal
μή τι μέλλῃ τῷ σώματι β. ἔσεσθαι
ἐν τῇ ἔξω περιφορῇ ἐστι τὸ β.
β. οὖλον ἐρύξει
3 jur. daño, daños
τὸ β. ἀποτινέτω
μέχρι τριῶν μνῶν ὄντος τοῦ βλάβους
οὐδέν ἐστι δημοσίᾳ β.
τὸ β. κατὰ τὸν νόμον
ἐὰν ἄρα τι ἐκ τούτου β. ἐπακολουθήσῃ
• uso át. frente a
βλάβη