βλαβοποιός
dañino en metáf.
εἰς τὸ μὴ οἶσαι καρποὺς βλαβοποιούς
βλαβοποιὰ πονηροῦ βλαστήματα
βλαβοποιός, Schaden verursachend, Sp.
dañino en metáf.
εἰς τὸ μὴ οἶσαι καρποὺς βλαβοποιούς
βλαβοποιὰ πονηροῦ βλαστήματα