Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
βιωτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Βιττώ
Βίτυις
Βιτύϊτος
Βίτυλα
Βίτυς
Βιτώ
Βίτων
βιτωτός
Βιύτ
Βίχερις
Βιψανία παστάς
βίῳ
Βιώ
βιῴατο
βιώδης
βιῴην
βιώλεθρος
Βίων
βιῶναι
βιώνης
Βιωνίδας
βίωρ
βιώσιμος
βιωσίμως
βίωσις
βιώσκομαι
βιωτέον
βιωτέος
Βιώτης
βιωτικός
βιωτικῶς
βιωτός
βιώτω
βιωφελής
βιωφέλιμος
βιωφελῶς
βλάβεν
βλαβεραυγής
βλαβερόμματος
βλαβερός
Βλαβέρουρα
βλαβερῶς
βλαβεσίφρων
βλάβη
Βλάβη
βλαβόεις
βλάβομαι
βλαβοποιέω
βλαβοποιός
βλάβος
βλαβύρει
βλαβυρίαν
βλαβύσσειν
βλάβω
βλαβών
βλαγίς
βλάδαν
βλαδαρά
βλαδαρόν
βλαδαρός
βλαδόν
…
βιωτικῶς
Save
Bailly 2024
βιωτικῶς,
adv.
selon l’usage de la vie ordinaire,
D. Thr.
629, 18 ;
Chrys.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}