βλαδαρός
βλαδαρός, flaccid
βλᾰδᾰρός, ά, όν,
- = πλαδαρός, flaccid, cj. in Gal. 19.88:—Hsch. has βλᾰδός and βλᾰδύς (which is prob. in Hp. Aër. 20). (With βλαδύς cf. Skt. mrdús ‘soft’, Lat. mollis; cf. μέλδομαι, ἀμαλδύνω.)
βλαδαρός, ά, όν [ᾰᾰ] mou, flasque, Hpc. Aër. 10.
βλαδαρός, = πλαδαρός (vgl. βλάξ), locker, schwammig, Gal.; übh. schlaff, träg, Hesych.