γλωσσομανία
charlatanería, verborrea
παραιτησάμενος ... γλωσσομανίαν ἐπὶ τὸ ζητεῖν τὸ κατ' ἀλήθειαν ... τρέψεται
γλωσσο·μανία, ας (ἡ) [μᾰ] fureur de parler, Tat. Or. ad Græc. 3, 812 a Migne.
Étym. γλῶσσα, μ.
charlatanería, verborrea
παραιτησάμενος ... γλωσσομανίαν ἐπὶ τὸ ζητεῖν τὸ κατ' ἀλήθειαν ... τρέψεται