γλωσσίδιον
γλωσσ-ίδιον, Att. γλωττ-, τό,
- Dim. of γλῶσσα, Zen. 5.65 (pl.).
- II Dim. of γλωττίς II, Porph. in Harm. p.273.
1 lengüeta de un instrumento musical
μετενήνεκται δὲ ἀπὸ τῶν γλωσσιδίων τῶν ἐν τοῖς αὐλοῖς
εἰς τοὺς αὐλοὺς ἅμα διὰ τῶν ἐν αὐτοῖς γλωσσιδίων κατελάμβανον
2 lengüecilla a modo de trompa que tendrían los fetos en el seno materno para captar el alimento, Phlp.in GA 119.11.
γλωσσίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] c. γλωσσάριον, Diosc. 4, 130.
Étym. γλωσσίς.
γλωσσίδιον, τό, = γλωσσάριον, Sp.