γλωσσοπέδη
mordaza, atadura, traba de la lengua
ὥσπερ τινὶ γλωττοπέδῃ τῇ συμφορᾷ κατεχόμενοι βαρυτάτην κατέχουσιν ἡσυχίαν
γλωσσο·πέδη, ης (ἡ) bâillon, muselière, Chrys. 2, 22 e Migne.
Étym. γλῶσσα, π.
γλωσσοπέδη, ἡ, Zungensessel, Io.Chrys.
mordaza, atadura, traba de la lengua
ὥσπερ τινὶ γλωττοπέδῃ τῇ συμφορᾷ κατεχόμενοι βαρυτάτην κατέχουσιν ἡσυχίαν