δειλόομαι
δειλόομαι, to be afraid
δειλόομαι, Pass.,
- to be afraid, read by Nicanor in S. Ichn. 150, cf. LXX 1 Ma. 16.6, D.S. 20.78.
1 intr. acobardarse, asustarse
οὐκ εἰς φυγὴν κλίνοντος, οὐ δειλ[ο]υμένου
τότε δειλωθείς ... παρεχώρησε τοῖς πολεμίοις τῆς τυραννίδος
ἐκπεσεῖν τῆς προσευχῆς δειλωθέντα
2 tr. tener miedo de
τὸ ὅρμημα αὐτῶν μὴ δειλωθῆτε
καὶ εἶδεν τὸν λαὸν δειλούμενον διαπερᾶσαι τὸν χειμάρρουν
δειλόομαι, furchtsam werden, zagen, LXX.