δειλανδρέω
δειλανδρέω, to be cowardly
δειλ-ανδρέω,
- to be cowardly, LXX 2 Ma. 8.13, 4 Ma. 10.14.
acobardarse, flaquear
οἱ δειλανδροῦντες καὶ ἀπιστοῦντες
μὴ ἄλλος σε πειρασμὸς λήψεται ... καὶ οὐχ ὑπομείνῃς ἀλλὰ δειλανδρήσῃς
μὴ δειλανδρείσῃς παντελῶς
δειλανδρέω-ῶ, être peureux, d’où être effrayé, Spt. 2 Macc. 8, 13 ; Jos. Macc. p. 511, 514, etc.
Étym. δείλανδρος.
δειλανδρέω, feig sein, Jos.