About Report a problem

Menu

δείλατα

δείλατα, plural. von δεῖλαρ, Köder, Lockspeise, Lesart des Kallistratus (Sengebusch Homer. diss. 1 p. 55) Od. 12.252, ἰχθύσι τοῖς ὀλίγοισι δόλον κατὰ δείλατα βάλλων, Aristarch εἴδατα, Scholl. Didym. εἴδατα· οὕτως Ἀρίσταρχος. ὁ δὲ Καλλίστρατος δείλατα. Auch Callimach. scheint hier δείλατα gelesen zu haben ; EM. p. 254.46 Δέλεαρ –, ἀφʼ οὗ καὶ δείλατα. Καλλίμαχος (frgm. 458)· ἐν δʼ ἐτίθει παγίδεσσιν ὀλέθρια δείλατα δοιαῖς.

Saved

Recent