Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δειμαλέως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δειλιαίνω
Δειλιάς
δειλίασις
δειλίασμα
δειλιάω
δειλινίζω
δειλινισμός
δειλινός
δείλισμα
δειλίως
δειλοκαταφρονητής
δειλοκαταφρόνητος
δειλοκομπέω
δειλοκοπέω
δείλομαι
δειλόομαι
δειλοποιός
δειλός
δειλότης
δειλόφθονος
δειλοψυχέομαι
δειλόψυχος
δειλόω
δειλῶς
δεῖμα
δειμάζω
Δειμαινέτη
δειμαίνω
δειμαλέος
δειμαλέτα
δειμαλέως
Δειμάλωτα
Δείμας
δειμάσθην
δειματηρός
δειματίας
Δειματίας
δειμάτιος
Δειμάτιος
δείματο
δειματόεις
δειματοποιός
δειματοσταγές
δειματοσταγής
δειματόω
δειματώδης
δειμάτωσις
δείμομεν
δειμός
δεῖμος
Δεῖμος
δείμυλος
δειμώδης
δεῖν
δεῖνα
Δεῖνα
δεινάζω
δεινάριον
Δεινάρχειος
Δείναρχος
δείνατι
…
δειμαλέως
Save
Bailly 2024
δειμαλέως
[
ᾰ
]
adv.
timidement, avec crainte,
Sib.
1, p. 176
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}