δειματοποιός
δειματοποιός, terrifying
δειμᾰτο-ποιός, όν,
- terrifying, Sch. E. Hec. 70.
que produce miedo, terrorífico Sch.E.Hec.70D.
δειματοποιός, = δειματοσταγές, Schol. Eur. Hec. 69.
δειματοποιός, terrifying
que produce miedo, terrorífico Sch.E.Hec.70D.