Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δειμάτωσις
δειμάτωσις, scaring
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δειλοποιός
δειλός
δειλότης
δειλόφθονος
δειλοψυχέομαι
δειλόψυχος
δειλόω
δειλῶς
δεῖμα
δειμάζω
Δειμαινέτη
δειμαίνω
δειμαλέος
δειμαλέτα
δειμαλέως
Δειμάλωτα
Δείμας
δειμάσθην
δειματηρός
δειματίας
Δειματίας
δειμάτιος
Δειμάτιος
δείματο
δειματόεις
δειματοποιός
δειματοσταγές
δειματοσταγής
δειματόω
δειματώδης
δειμάτωσις
δείμομεν
δειμός
δεῖμος
Δεῖμος
δείμυλος
δειμώδης
δεῖν
δεῖνα
Δεῖνα
δεινάζω
δεινάριον
Δεινάρχειος
Δείναρχος
δείνατι
δείνατος
δειναυξέω
δειναυξῆσαι
δείνη
Δεινιάδας
δεινιάς
Δεινίας
Δεινιάς
δεινίζομαι
Δεινίης
Δείνιος
Δεῖνις
Δεινίχα
δεινοβίης
δεινοεπής
δεινοθέτας
…
δειμάτωσις
Save
δειμάτωσις, scaring
LSJ
δειμᾰτ-ωσις, εως, ἡ,
scaring,
Sch.
Lyc.
1182.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}