διαβολικός
διαβολικός, slanderous
- slanderous, κακοτεχνία Ph. Fr. 98H.
- II devilish, δ. καὶ σατανικὴ ἐνέργεια PLond. 5.1731.11 (vi A. D.).
1 calumnioso
δ. ... κακοτεχνία
el malvado arte de la calumnia
2 propio del diablo, diabólico
ἡ ὑλικὴ οὐσία ... καὶ δ.
ἀκρασίαν ... καὶ πορνείαν διαβολικὰ εἶναι πάθη
ἐνέργεια
φύσις
ἀπάτη
δύναμις
ἐπιχείρημα
δαίμων
παράπτωμα διαβολική (sic)
un pecado diabólicoἐπίνοια
πειρασμοί
βίος
κακία
πανουργία
ἔργον
• subst. ὁ δ. hombre diabólico
κἂν μαίνωνται οἱ διαβολικοί
3 adv. -ῶς diabólicamente
συμβουλεῦσαι