διαβοάω
διαβοάω, to shout out, proclaim, publish
- Αproclaim, publish, aor. subj. -βοάσω A. Pers. 638 (lyr.): c. acc. et inf., ἐκεῖσε χωρεῖν τινὰς διεβοήσαν Corn. ND 35:—Pass., to be the common talk, ταῦτα δὴ διαβεβόηται Pl. Ep. 312b; to be celebrated, of persons or things, Plu. Sol. 11, Them. 3; πρός τινα Id. Per. 9; ἐπί τινι Luc. Nec. 6, Ant.Lib. 12.4.
- II cry aloud, δ. ὡς . . Th. 8.53, 78: abs., Luc. Am. 17.
- III Med., contend in shouting, D. 26.19.
I tr.
1 proclamar a gritos, hacer público c. ac.
παντάλαν' ἄχη διαβοάσω
διαβοήσετε ἄφεσιν
τῶν ... ἐχθρῶν διαβοώντων ὡς δεινὸν εἴη εἰ τοὺς νόμους βιασάμενος κάτεισι
ὅτι ὁ Κόμοδος μὲν τέθνηκε
ἐκεῖσε χωρεῖν τοὺς διαλλάττοντας διεβόησαν
proclamaron que los que mueren fueran allí
• frec. en v. pas. difundirse c. suj. de cosa
ταῦτα δὴ διαβεβόηται
διεβοήθη ἡ φωνὴ εἰς τὸν οἶκον Φαραω
διαβοηθέντος δὲ τοῦ πάθους ἀνὰ τὴν πόλιν ὅλην
διαβεβοῆσθαι γὰρ ὅτι πυρίπνοοι ταῦροι περὶ τὸ τέμενος ὑπῆρχον
• ser famoso, ser conocido
ἄνδρες ἐπὶ στρατηγίᾳ διαβεβοημένοι
διεβοήθη μᾶλλον ἐν τοῖς Ἕλλησιν εἰπών ...
διεβοήθη πρὸς τοὺς ἐκτὸς ἀνθρώπους
μετὰ πολλῶν καὶ σοφῶν καὶ σφόδρα ἐπὶ συνέσει διαβεβοημένων
τὸν διαβεβοημένον Καλυδώνιον ὗν
el famoso jabalí de Calidónτὸ διαβεβοημένον τοῦ κριοῦ δέρος χρυσόμαλλον
λαμπρᾷ τε πόλει καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις διαβοηθείσῃ
τῆς δὲ πράξεως διαβοηθείσης
τῆς Μιλτιάδου στρατηγίας διαβοηθείσης
διαβεβόηται ... παρὰ παντὸς ἀνθρώπου ἡ ... ὑμῶν εὐεργησία
2 fact. hacer resonar
πᾶσαν ... Ἑλλάδα ... ψευδέσι φήμαις διαβοῶσιν
II intr. en v. med. gritar a porfía D.26.19.
1. luid schreeuwen:
2. bekend maken:
- Ito shout out, proclaim, publish, Aesch.:—Pass. to be the common talk, Luc.
- IIto cry out, Thuc.
- IIIMid. to contend in shouting, Dem.