About Report a problem

Menu

διαβλητικός

διαβλητικός, art of calumny

δια-βλητικός, ή, όν,
  • = διαβολικός, Poll. 5.118: -κή, ἡ, art of calumny, Phld. Vit. p.42 J. Adv. -κῶς Poll. l.c.

Saved

Recent