About
Menu

διαβόσκω

διαβόσκω, feed

διαβόσκω, fut. -ήσω Socr. Ep. 19:—
  • Αfeed, ὄροβοι καὶ τὰ ἐς βρῶσιν ἀναγκαῖα διέβοσκεν αὐτοὺς Philostr. VA 1.15; τὴν γαστέρα ἐπί τινι Alciphr. 3.7; pasture, PMasp. 112.15 (vi A. D.).

Saved

Recent