διαβόσκω
διαβόσκω, feed
διαβόσκω, fut. -ήσω Socr. Ep. 19:—
- Αfeed, ὄροβοι καὶ τὰ ἐς βρῶσιν ἀναγκαῖα διέβοσκεν αὐτοὺς Philostr. VA 1.15; τὴν γαστέρα ἐπί τινι Alciphr. 3.7; pasture, PMasp. 112.15 (vi A. D.).
1 dar de comer, alimentar
ὥστε ἡμᾶς διαβόσκειν τοὺς ἐργάτας
τὰ παιδάρια [διαβό]σκειν
ἐπὶ θύμοις καὶ ἀλφίτοις διαβόσκειν τὴν γαστέρα
• c. suj. del alimento alimentar, sustentar
τὰ ὄντα ἡμᾶς διαβοσκήσει
los (alimentos) que hay nos procurarán el sustentoὄροβοι δ' ὤνιοι καὶ τὰ ἐς βρῶσιν ἀναγκαῖα διέβοσκεν αὐτούς
• abs. apacentar el ganado, PMichael.45.43, PMasp.112.15 (ambos VI d.C.).
2 en v. med. alimentarse
ἀπὸ τῶν ἰχθύων, οὓς διαβόσκεσθαί φασι ῥύδην καὶ ἀγεληδόν
δια·βόσκω, repaître : τινά, Philstr. 18 (impf. 3 sg. διέβοσκεν) ; Socr. Ep. 10 (fut. -ήσει) qqn ; τὴν γαστέρα, Alciphr. 3, 7 (prés. inf.) le ventre.
διαβόσκω, (βόσκω), ganz und gar ernähren, weiden, τὴν γαστέρα, Alciphr. 3.7 u. a.Sp.