διαβιβαστικός
διαβιβαστικός, transitive
διαβῐβ-αστικός, ή, όν, of Verbs,
- transitive, A.D. Synt. 298.15.
1 gram. transitivo
ἐγκειμένης διαβιβαστικῆς διαθέσεως ἐπὶ πρόσωπον ὑποκείμενον
• del pron. ἀλλήλους recíproco
διαβιβαστικὴν σχέσιν ἐμφαίνει
2 transmisor
καὶ τὸ ὕδωρ ... διαβιβαστικὸν τοῦ ψόφου
διαβιβαστικός, ή, όν [βῐ] transitif, t. de gr. Dysc. Synt. 294, 11.
Étym. διαβιβάζω.
διαβιβαστικός, ή, όν, transitiv, Apoll. synt. 294.11.