διαθερμαίνω
διαθερμαίνω, to warm through
- warm through, Pl. Ti. 65e, Arist. Pr. 880b11, etc.:— Pass., to be heated, Thphr. CP 6.9.3; to be overheated, Hp. Art. 50; by drinking, D. 19.197, Plu. QConv. 2.622c.
I
1 calentar del todo, penetrar el calor como proceso fisiológico, natural o patológico, que se produce en el cuerpo
τὴν κοιλίην δ. καὶ τὴν κύστιν
διαθερμαίνεται ὑπ' αὐτοῦ (τοῦ πύου) τὸ σῶμα πᾶν
αἳ δὲ ὑπὸ τοῦ ἡλίου διαθερμαινόμεναι
• abs. producir calor
πόνοι ... ἡσυχῇ διαθερμαίνοντες
(ὁ ἥλιος) ἀπὸ δὲ μέσου ἡμέρας ... συμμετρότατα ἔχει πρὸς τὸ διαθερμᾶναι
(τὸ δίκταμνον) διαθερμαίνει γὰρ ἀπὸ μικροῦ σφόδρα
2 ref. a pers., fig. encender el ánimo, exaltar, inflamar
τὴν ψυχήν
ἐκείνους ὁ μὲν Κάτων ... διεθέρμαινεν
• frec. ref. a la bebida
οἴνου πολλοῦ διαθερμαίνοντος αὐτοῦ τὴν ψυχήν
τὸν Αἰσχύλον φασὶ τὰς τραγῳδίας πίνοντα ποιεῖν καὶ διαθερμαινόμενον
II en v. med.-pas.
1 calentarse, entrar en calor, recobrar el calor en el catarro
ἐκ μὲν τῆς ψύξιος διαθερμανθῆναι
ὅταν τὰ σιτία διαθερμαίνηται
ὅπως μὴ βιαίως διαθερμαίνονται (σάρκες)
(τὰ ξηρά) διαθραυόμενα ... καὶ διαθερμαινόμενα
καὶ διεθερμάνθη ἡ σὰρξ τοῦ παιδαρίου
y el cuerpo del niño entró en calorἕως διεθερμάνθη ἡ ἡμέρα
• calentarse en exceso
τὸ ὀστέον
2 fig., ref. pers. inflamarse, conmoverse
ἐρωτικῶς διεθερμάνθη
διεθερμάνθητε νῦν, ἐδακρύσατε
- to warm through, Plat., etc.:— Pass. to be heated, by drinking, Dem.