διαθάλπω
διαθάλπω, warm through
διαθάλπω,
- warm through, Plu. Praec. 2.799b.
calentar enteramente, penetrar de calor
οἶνος ... ἡσυχῆ δὲ διαθάλπων
ἡ μὲν (sc. τῆς ζωῆς δύναμις) διαθάλπει τὸ πᾶν τῇ θερμότητι
ὅταν μὲν γὰρ ἡ θέρειος (sc. ὥρα) ... διαθάλπηται (por el sol)
(τὸ ὄστρεον) ἐν ἀπηνέμοις χωρίοις ... διαθαλπόμενον
δια·θάλπω (part. prés. -θάλπων), pénétrer d’une douce chaleur, Plut. M. 799b.
διαθάλπω, durchwärmen, Plut. reip. ger. praec. 3.