διαζώστρα
δια-ζώστρα, ἡ,
- = διάζωμα I, Pers.Stoic. 1.100; condemned by Hermog. Meth. 3.
1 faldellín
ὀρχηστρίδες ... ἐν ταῖς διαζώστραις γυμναὶ ὠρχοῦντο
διάζωμα
2 cadena
glos. a μασχαλιστήρ
διαζώστρα, ας (ἡ) caleçon, Persæ. fr. 451, 20 (Ath. 607c).
Étym. διαζώννυμι.
διαζώστρα, ἡ, Schamgürtel, Persaeus bei Ath. XIII.607c.